
…το ρεζουμέ είναι ότι η Κυβέρνηση του Νίκου Χριστοδουλίδη έχει όντως σοβαρό πρόβλημα -τουλάχιστον επικοινωνιακά- ως προς το θέμα του GSI… Οι αντιφατικές δηλώσεις και η διγλωσσία από πλευράς των μελών της κυβέρνησης -πέραν από τον εκνευρισμό στον βασικό της εταίρο, ΔΗΚΟ,- δημιουργούν σοβαρό θέμα αξιοπιστίας της ίδιας της κυβέρνησης και δημιουργούν την εντύπωση ότι η Κυβέρνηση κοιτάζει αμήχανα αντί να εμφανιστεί ‘ενιαία’ και αποφασισμένη στις σημαντικές αποφάσεις που αλλάζουν άρδην τα δεδομένα σε γεωστρατηγικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο ενέργειας…
Τα τελευταία 24ώρα παρακολουθούμε να προκαλείται μεγάλη ένταση μεταξύ ΔΗΚΟ και Κυβέρνησης ως προς το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Ελλάδας, το λεγόμενο GSI (Great Sea Interconnector).
Είναι η πρώτη φορά που δημιουργείται κρίση μεταξύ της Κυβέρνησης και του μεγαλύτερου κόμματος που την στηρίζει για το θέμα αυτό, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που η Κυβέρνηση εμφανίζεται συγχυσμένη, αποπροσανατολισμένη και κυρίως με διγλωσσία ως προς την κατασκευή του GSI.
Αρχικά ας δούμε εν συντομία το χρονικό της κρίσης.
Αυτή η διγλωσσία της Κυβέρνησης ως προς το GSI ήταν γνωστή εδώ και μήνες, προτού καν βγει και επίσημα για πρώτη φορά στη δημοσιότητα, πρόσφατα δηλαδή, αρχικά τον Αύγουστο μετέπειτα τον Σεπτέμβριο αλλά και τον Οκτώβριο με τις γνωστές δηλώσεις του Μάκη Κεραυνού ότι το έργο δεν είναι βιώσιμο.
Κάτι που προκάλεσε και σχεδόν κρίση στις σχέσεις Κύπρου – Ελλάδα για να ακολουθήσουν μετέπειτα δυο τοποθετήσεις Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Χριστοδουλίδη.
Η πρώτη στις 23/9/25 με το πέρας της συνάντησης τους στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών) ότι οι δύο Κυβερνήσεις παραμείνουν απολύτως προσηλωμένες προς την υλοποίηση αυτού του έργου στρατηγικής σημασίας, «όπως επίσης και η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου οι οποίοι είναι πλήρως ενήμεροι και στηρίζουν την υλοποίηση του έργου».
Η δεύτερη με το πέρας των εργασιών της 3ης Διακυβερνητικής Συνόδου Κύπρου-Ελλάδας, 12 Νοεμβρίου 2025, όπου ο μεν Έλληνας Πρωθυπουργός δήλωσε πως «αποφασίσαμε να προχωρήσουμε στην επικαιροποίηση των τεχνικών παραμέτρων του έργου διασύνδεσης των δύο χωρών, ώστε να ενισχυθεί και με την είσοδο νέων, ισχυρών επενδυτών, κάτι που είναι προς όφελος όλων μας» και ακολούθως ο ΠτΔ στη δική του τοποθέτηση το επανέλαβε ανακοινώνοντας την απόφαση «για την επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών παραμέτρων για έργα στρατηγικής σημασίας, όπως το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης».
Το θέμα ουδέποτε έκλεισε όμως. Ο Μάκης Κεραυνός παρέμεινε αμετακίνητος στη θέση του ότι το έργο δεν είναι βιώσιμο και δεν έχανε / χάνει ευκαιρία αυτό να το λέει είτε δημόσια είτε σε κατ’ ιδίαν επαφές που έχει.
Αυτό το γνωρίζουν οι πάντες εξού και ο Νικόλας Παπαδόπουλος έκανε λόγο για ‘αντιφατικές δηλώσεις για το έργο’ από το βήμα της Ολομέλειας κατά τη συζήτηση των Προϋπολογισμών (15/12/25) επισημαίνοντας δυο κινδύνους στην περίπτωση που το έργο ναυαγήσει: Οικονομικό κίνδυνο αλλά και γεωστρατηγικό κίνδυνο. «Αν το GSI τερματιστεί, η Κυπριακή Δημοκρατία πιθανώς να κληθεί να καταβάλει τουλάχιστον €190 εκ. χωρίς όμως να υπάρχει διασύνδεση. Όμως, οι αποζημιώσεις θα είναι η λιγότερη ζημιά που θα πάθουμε μετά από μια τέτοια καταστροφική εξέλιξη. Το ότι η ηλεκτρική διασύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με το δίκτυο της Ευρώπης, θα περνούσε από την Κύπρο και όχι από την Τουρκία και τα κατεχόμενα, αποτελούσε μια σημαντική νίκη για την Κύπρο. Αντίθετα, ο τερματισμός αυτού του έργου θα συνιστά τεράστια γεωπολιτική ήττα για εμάς και μια τεράστια νίκη για την Τουρκία», είπε συγκεκριμένα.
Τα τελευταία 24ώρα η υποβόσκουσα κρίση ξέσπασε με αφορμή τοποθέτηση του Μάκη Κεραυνού όταν κλήθηκε να σχολιάσει τοποθέτηση του νέου υπουργού Ενέργειας, Μιχάλη Δαμιανού, ότι το έργο είναι βιώσιμο, με τον Υπουργό Οικονομικών να φέρεται να απαντά πως ο νέος υπουργός θα πρέπει να διαβάσει πρώτα.
Αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Προέδρου του ΔΗΚΟ, ο οποίος την Παρασκευή (19/12) προχώρησε σε αιχμηρές τοποθετήσεις τόσο κατά του Μάκη Κεραυνού όσο και κατά της Κυβέρνησης και του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη καλώντας την κυβέρνηση να τοποθετηθεί ξεκάθαρα ποια είναι επιτέλους η πολιτική της για τον GSI και να απαντήσει στη σχετική επιστολή που απέστειλε ο ίδιος στον ΠτΔ.
Μιλώντας συγκεκριμένα στο ΡΙΚ ο Νικόλας Παπαδόπουλος αναφερόμενος στις δηλώσεις Μάκη Κεραυνού είπε πως «είναι απαξιωτικές και προσβλητικές για τον νέο Υπουργό Ενέργειας, ο οποίος είπε πως το έργο είναι βιώσιμο αλλιώς δεν θα το χρηματοδοτούσε η ΕΕ». Πρόσθεσε πως «επιτέλους ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να τοποθετηθεί δημόσια με ποιόν υπουργό του συμφωνεί; Με τον Υπουργό Ενέργειας ή με τον Υπουργό Οικονομικών; Δεν μπορεί να συμφωνεί και με τους δύο. Θα παίζουμε την κολοκυθιά; Ποιος από τους δύο έχει δίκιο, γιατί δεν μπορούν και οι δύο να έχουν δίκιο. Ούτε ανεύθυνοι είμαστε, είπε ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ, ούτε πατριωτικούς μανδύες έχουμε, ούτε εκ του ασφαλούς λέμε ό,τι θέλουμε. Τέτοιες αναφορές αποτελούν ύβρη για το κόμμα. Ο κ. Κεραυνός αλλά και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατέχουν σήμερα τα αξιώματα τους επειδή το ΔΗΚΟ στήριξε τον Πρόεδρο και απαιτούμε περισσότερο σεβασμό όταν αξιωματούχοι αυτής της Κυβέρνησης αναφέρονται σε εμάς. Ιδιαίτερα, απαιτούμε σεβασμό και ως κόμμα που έχει στηρίξει αυτή την Κυβέρνηση με σημαντικό πολιτικό κόστος». Το χειρότερο είναι, όπως είπε ο Νικόλας Παπαδόπουλος ότι ο Υπουργός Οικονομικών για ακόμη μια φορά παρουσιάζεται ανενημέρωτος για τον GSI: «Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας έχει απορρίψει την εισήγηση να γίνει νέα οικονομική μελέτη, άλλη από αυτή που έκανε η ΕΕ για να μας δώσουν τα €658 εκατ. και έχει πει ότι δεν θα την λάβει υπόψη. Άρα η επιμονή της Κυβέρνησης για μελέτη πιθανώς να οδηγήσει σε κατάρρευση του έργου». Τέλος διερωτήθηκε αν μόνος υπεύθυνος είναι ο Μάκης Κεραυνός, ενώ είναι ανεύθυνοι, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι υπουργοί Ενέργειας της Κύπρου και της Ελλάδας, οι οποίοι στηρίζουν το έργο.
Το Σάββατο 20/12/25 η Κυβέρνηση θέλησε να διασκεδάσει τις δημόσιες αναφορές και αφού το θέμα πήρε διαστάσεις, με τον διευθυντή του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας Βίκτωρα Παπαδόπουλο να λέει ότι “η Κυβέρνηση είναι μία, η πολιτική που ακολουθείται είναι μία και καθορίζεται από τα όσα έχουν ανακοινώσει αμέσως μετά την πρόσφατη διακυβερνητική Σύνοδο στην Αθήνα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας» .
Τρία μπλοκ κατά του GSI
Όσοι αντιτίθενται στην κατασκευή του GSI θα μπορούσαν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες:
Α/ Αυτοί που πραγματικά θεωρούν πως το έργο δεν είναι οικονομικά βιώσιμο – Όπως πχ ο Μάκης Κεραυνός, ο οποίος όμως θα πρέπει να εξηγήσει και το πώς και το γιατί άλλες μελέτες δείχνουν πως είναι βιώσιμο – όπως και η ίδια η ΕΕ- ενώ ο ίδιος επιμένει πως δεν είναι.
Β/ Όσοι έχουν οικονομικό συμφέρον να μην υπάρχει άλλη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία ενδεχομένως να λειτουργούσε ανταγωνιστικά. Και αυτή η μερίδα επικαλείται εννοείται την βιωσιμότητα του έργου.
Γ/ Όσοι θεωρούν πως ένα τέτοιο έργο -αφήνοντας εκτός την Τουρκία- ίσως να αποδυναμώσει την προοπτική λύσης και διάφορα άλλα, τα οποία ωστόσο βασίζονται κυρίως σε ευσεβοποθισμό παρά σε πραγματικά δεδομένα.
Το πραγματικό πρόβλημα… Ο φόβος για Τουρκική αντίδραση
Το πραγματικό ωστόσο πρόβλημα στην υλοποίηση αυτού του έργου, είναι ο φόβος για Τουρκική αντίδραση. Κάτι που θα φέρει -κυρίως την Ελληνική κυβέρνηση προ των ευθυνών της- αφού σε μια τέτοια περίπτωση τα πράγματα εκτρέπονται και πλέον το ζήτημα δεν θα είναι μόνο η πόντιση ή μη των καλωδίων αλλά μετατοπίζεται και σε πολιτικό ζήτημα με την Ελλάδα να βρεθεί προ της αποφάσεως είτε να προστατέψει τα συμφέροντα της είτε να ‘υποκύψει’ στις τουρκικές αντιδράσεις και απειλές.
Εξού το γεγονός ότι η Ελλάδα πάντοτε διπλωματικά λέει πως θέλει να διατηρεί ‘ήπιο κλίμα’ σε σχέση με το έργο και σε συνάρτηση με τις σχέσεις της με την Άγκυρα.
Η κυβέρνηση όμως όντως έχει θέμα – Αντίφαση και διγλωσσία
Εν κατακλείδι και επί της ουσίας του σημερινού Άρθρου, το ρεζουμέ είναι ότι η Κυβέρνηση του Νίκου Χριστοδουλίδη έχει όντως σοβαρό πρόβλημα -τουλάχιστον επικοινωνιακά- ως προς το θέμα του GSI.
Ουδείς γνωρίζει τελικά ποιες είναι οι προθέσεις της και κατά πόσο η ίδια είναι έτοιμη να το τραβήξει μέχρι τέλους με αποτέλεσμα το δίλημμα να μεταφερθεί εκεί που πραγματικά έπρεπε να βρισκόταν, δηλαδή στη βούληση της Αθήνας αλλά και των Βρυξελλών -οι οποίες χαρακτήρισαν το έργο ως ‘ευρωπαϊκό’- κυρίως έναντι των Τουρκικών απειλών και προειδοποιήσεων.
Οι αντιφατικές δηλώσεις και η διγλωσσία από πλευράς των μελών της κυβέρνησης δημιουργούν σοβαρό θέμα αξιοπιστίας της ίδιας της κυβέρνησης και δημιουργούν την εντύπωση ότι η Κυβέρνηση κοιτάζει αμήχανα αντί να εμφανιστεί ‘ενιαία’ και αποφασισμένη στις σημαντικές αποφάσεις που αλλάζουν άρδην τα δεδομένα σε γεωστρατηγικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο ενέργειας.